Η γιορτή της Αγίας Παρασκευής

Κάθε χρόνο στις 26 Ιουλίου είναι η γιορτή της Αγίας Παρασκευής Στις Σπέτσες , μια γιορτή απόλυτα συνδεδεμένη με το νησί των Σπετσών. Πριν αρκετά χρόνια, όταν ερχόταν η συγκεκριμένη γιορτή, γινόταν ένα απίστευτο πανηγύρι για όλους όσους ήταν πάνω στο νησί. Όλοι ξεχνούσαν τα όποια προβλήματα αντιμετώπιζαν και ετοιμάζονταν να ζήσουν κάποιες μέρες ξεγνοιασιάς και απόλυτης ευτυχίας. Υπήρχε ολόκληρο τελετουργικό για να περάσουν αυτές τις μέρες της γιορτής.

 

Όλα άρχιζαν από το σπίτι. Η προετοιμασία άρχιζε με τις νοικοκυρές να φτιάχνουν τα φαγητά που θα έπαιρναν, συνήθως ψάρι, αλλά και κρέας, τα φρούτα και τις νταμιτζάνες κρασί. Επειδή όμως δεν μαγείρευαν όλα τα φαγητά, που θα έπαιρναν στην παραλία, έπαιρναν και κάποια σκεύη (κατσαρόλες, τηγάνια κλπ) για να μαγειρέψουν και εκεί. Βλέπετε, δεν πήγαιναν απλά για να ανάψουν ένα κεράκι στην εκκλησία, αλλά ξεκινούσαν παραμονή της γιορτής, κοιμόντουσαν εκεί, κάθονταν και ανήμερα της γιορτής και έφευγαν την επόμενη μέρα, οπότε χρειάζονταν μπόλικο φαγητό μιας και πήγαινε όλη η οικογένεια. Και επειδή θα διανυκτέρευαν για δύο νύχτες οι νοικοκυρές φρόντιζαν να πάρουν μαζί τους και κάποιες κουβέρτες και σεντόνια για να μην κρυώσουν τα βράδια, κάποιες κουρελούδες που έστρωναν στο έδαφος, καθώς και ό,τι ρούχα χρειάζονταν για να περάσουν αυτές τις μέρες.

Ξεκινούσαν, λοιπόν, οι οικογένειες με τα πόδια, με γαϊδουράκια, με τα καΐκια που έπαιρναν κόσμο ή και όσοι είχαν τα δικά τους καΐκια ή τις βάρκες τους και πήγαιναν στην Αγία Παρασκευή. Όταν έφταναν έπρεπε να φτιάξουν μια κατασκευή για να μπορούν τουλάχιστον να κοιμηθούν. Έβγαζαν, λοιπόν, οι άντρες τα πανιά από τα καΐκια ή τις βάρκες, καθώς και την αντένα, το πιο μακρύ ξύλο δηλαδή που σηκώνει το πανί και δένανε ή ακουμπούσανε, αν ήταν βολικό, τη μια άκρη της αντένας σε ένα πεύκο και στην άλλη άκρη στηρίζανε δύο ξύλα χιαστί, όπου πάνω στη διχάλα ακουμπούσαν την αντένα, με σκοπό αυτή να είναι σε οριζόντια θέση. Από πάνω, λοιπόν, απ’ αυτήν την κατασκευή, έριχναν το πανί του καϊκιού ή της βάρκας και δένανε τις κάτω άκρες του, ούτως ώστε να σχηματιστεί μια σκηνή, ένα τσαντίρι, μέσα στο οποίο θα περνούσαν οι οικογένειες τα επόμενα 24ωρα. Δεν έφτιαχναν, βέβαια, όλοι τσαντίρια αλλά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, όλοι βολεύονταν σε αυτό το καταπληκτικό πευκόφυτο σκηνικό.

Σε εκείνη την περιοχή, υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι έστηναν κάποια “μαγαζάκια”, κάποιους πάγκους δηλαδή πάνω στους οποίους τοποθετούσαν τα εμπορεύματα τους, κάποια μπιχλιμπίδια συνήθως αλλά τύχαινε να έχουν κι άλλα πράγματα, όπως κατσαρολικά στην περίπτωση που τα χρειαζόταν κάποια νοικοκυρά. Έστηναν κάποιοι κι ένα “εστιατόριο” για αυτούς που δεν έφερναν φαγητό μαζί τους αλλά και κυρίως για τις παρέες που πήγαιναν να πιουν ένα κρασάκι, να φάνε και να γλεντήσουν. Κάποιοι ψαράδες έβγαιναν με τα καΐκια και τις βάρκες τους στ’ ανοιχτά, ψαρεύανε και ό,τι πιάνανε τα πήγαιναν στις γυναίκες τους για να τα μαγειρέψουν στη φωτιά που άναβαν και να τα φάνε την ίδια μέρα. Η όλη κατάσταση είχε το πνεύμα μιας μεγάλης ομάδας, σαν σε ένα τεράστιο σπίτι - δώρο της φύσης, όπου όλοι κάνοντας τις απαραίτητες εργασίες περνούσαν κάποιες μέρες που σίγουρα έχουν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη και την καρδιά τους μιας και μόνο όμορφα συναισθήματα μπορούσαν να βγάλουν.

Η εκκλησία έκανε τα εσπερινά το βράδυ της παραμονής της γιορτής και την άλλη μέρα το πρωί, ανήμερα της γιορτής, γινόταν η λειτουργία. Υπήρχε επίσης και μια ορχήστρα, η οποία άρχιζε να παίζει μετά την εκκλησία, γύρω στις 10.00 το βράδυ και δεν σταματούσε ως το πρωί! Στην ορχήστρα, η οποία αποτελούνταν από Σπετσιώτες, υπήρχαν βιολιά, κλαρίνα και κιθάρες. Υπήρχαν άνθρωποι που έρχονταν από τις γύρω περιοχές (Χέλι, Κρανίδι κλπ) για να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη γιορτή της χαράς, σ’ αυτήν την ξέφρενη διασκέδαση. Ακόμα και τα μικρά παιδιά που οι γονείς τους τα έβαζαν για ύπνο (υπό τους ήχους της ορχήστρας), “ξεπορτίζανε” στα κρυφά για να κλέψουν λίγο από τη διασκέδαση των μεγάλων. 

Π Καναβός